Στο «στόχαστρο» των ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμών μπαίνει το δαιδαλώδες και εκτεταμένο πλέγμα των φοροαπαλλαγών που ισχύει στην Ελλάδα. Κομισιόν και ΟΟΣΑ κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και ζητούν τη ριζική επανεξέταση του συστήματος, το οποίο κοστίζει στα κρατικά ταμεία δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
22,9 δισ. ευρώ το κόστος των απαλλαγών
Σύμφωνα με τα στοιχεία, αυτή τη στιγμή το ελληνικό φορολογικό σύστημα περιλαμβάνει 1.236 διαφορετικές φοροαπαλλαγές και εκπτώσεις. Το συνολικό δημοσιονομικό τους κόστος έχει εκτοξευθεί, καθώς υπολογίζεται σε 22,88 δισ. ευρώ, αποτελώντας σημαντικό βαρίδι για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η ραγδαία αύξηση είναι χαρακτηριστική, αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2017 το αντίστοιχο κόστος των φοροαπαλλαγών ανερχόταν σε μόλις 2,042 δισ. ευρώ. Οι περισσότερες από αυτές τις απαλλαγές αφορούν τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και τον ΦΠΑ και τα τέλη χαρτοσήμου.
Συστάσεις για αξιολόγηση και «μαχαίρι»
Τόσο η Κομισιόν (μέσω της Έκθεσης του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου) όσο και ο ΟΟΣΑ —στο ίδιο μήκος κύματος με την Τράπεζα της Ελλάδος και το ΙΟΒΕ— δεν αμφισβητούν συνολικά τη χρησιμότητά τους, αλλά επισημαίνουν σοβαρές αδυναμίες. Κυρίως, τονίζουν ότι πολλές από αυτές τις απαλλαγές είναι «οριζόντιες», προκαλούν άνιση φορολογική μεταχείριση και δεν υπόκεινται σε συστηματική αξιολόγηση.
Για τον λόγο αυτό, προτείνουν στην κυβέρνηση:
Αξιολόγηση από μηδενική βάση: Επανεξέταση όλων των μέτρων, ώστε να διαπιστωθεί ποια εξυπηρετούν πραγματικά αδύναμα κοινωνικά στρώματα και ποια «εξυπηρετούν» συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες χωρίς ουσιαστικό όφελος.
Περιορισμό ή κατάργηση: «Ψαλίδι» στις αναποτελεσματικές εξαιρέσεις, με στόχο τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
Δημιουργία δημοσιονομικού χώρου: Τα έσοδα που θα προκύψουν από την κατάργηση των άσκοπων απαλλαγών μπορούν να δημιουργήσουν χώρο για πιο στοχευμένες ενισχύσεις στους πολίτες, χωρίς πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει, μάλιστα, στο παρελθόν ότι η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει έναν μόνιμο μηχανισμό αξιολόγησης αυτών των φορολογικών δαπανών, καθώς διαθέτει τον υψηλότερο αριθμό εξαιρέσεων στην ΕΕ.





























