Υπάρχει ένα «επάγγελμα» στο οποίο, αν κρίνουμε από την καθημερινότητά μας, φαίνεται να διαπρέπουμε όλοι στην Κύπρο. Αυτό του παντογνώστη, αφού ξέρουμε βασικά τα πάντα.
Ξέρουμε τι ειπώθηκε σε μια συνάντηση στην οποία δεν ήμασταν παρόντες. Ξέρουμε τι ειπώθηκε σε ένα τηλεφώνημα που δεν ακούσαμε. Ξέρουμε πώς πρέπει να κτιστεί ένα κτήριο, πώς πρέπει να λειτουργήσει μια υπηρεσία, πώς πρέπει να κυβερνηθεί το κράτος και πώς πρέπει να λυθεί κάθε πρόβλημα που προκύπτει.
Σπάει, για παράδειγμα, μία σωλήνα στο σπίτι. Τηλεφωνούμε στον υδραυλικό επειδή δεν ξέρουμε να τη φτιάξουμε. Μόλις όμως φτάσει ο άνθρωπος, ξέρουμε ξαφνικά ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα, τι πρέπει να αλλάξει, ποιο εξάρτημα πρέπει να χρησιμοποιήσει και πόση ώρα χρειάζεται για να τελειώσει την δουλειά.
Το ίδιο με τον μπογιατζή. Το ίδιο με τον ισιωτή. Το ίδιο με τον μηχανικό. Το ίδιο σχεδόν με κάθε επαγγελματία.
Του τηλεφωνούμε επειδή είναι ειδικός. Τον πληρώνουμε επειδή είναι ειδικός. Και μετά στεκόμαστε από πάνω του για να του εξηγήσουμε πώς πρέπει να κάνει τη δουλειά στην οποία εμείς δεν είμαστε ειδικοί.
Γιατί; Επειδή εμείς, με κάποιο τρόπο που ουδείς γνωρίζει, «ξέρουμε καλύτερα».
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν πάμε στα σοβαρότερα ζητήματα.
Πάμε στον γιατρό, αλλά έχουμε ήδη κάνει τη διάγνωση. Ξέρουμε τι έχουμε, ποιες εξετάσεις πρέπει να γίνουν, ποιο φάρμακο πρέπει να πάρουμε κι αν ο γιατρός τολμήσει να έχει διαφορετική άποψη τότε τον βλέπουμε με καχυποψία. Μπορεί να έχει σπουδάσει δέκα και δεκαπέντε χρόνια. Μπορεί να έχει εξετάσει χιλιάδες ασθενείς, αλλά εμείς διαβάσαμε τρία άρθρα στο διαδίκτυο και γι΄αυτό «ξέρουμε καλύτερα».
Στο ποδόσφαιρο η κατάσταση περνά σε άλλο επίπεδο.
Εκεί δεν είμαστε απλώς φίλαθλοι. Είμαστε προπονητές, τεχνικοί διευθυντές, γυμναστές, αναλυτές και γνώστες των αποδυτηρίων ταυτόχρονα.
Ξέρουμε τι έγινε στην προπόνηση. Ξέρουμε ποιος τσακώθηκε με ποιον. Ξέρουμε τι ειπώθηκε στα αποδυτήρια. Ξέρουμε τι συζητείται στους διαδρόμους του ΓΣΠ. Στήνουμε ενδεκάδες, κάνουμε αλλαγές στο νου μας, αποφασίζουμε σύστημα και τακτική. Και φυσικά όταν ο πραγματικός προπονητής δεν κάνει αυτά που εμείς θεωρούμε αυτονόητα, η ετυμηγορία είναι απλή: «Δεν καταλάβει που μάππα».
Οι πολλές ιδιότητες
Οι Κύπριοι έχουμε ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να είναι ταυτόχρονα προτέρημα αλλά και μεγάλο μειονέκτημα. Τεράστια αυτοπεποίθηση στην άποψή μας. Τόσο μεγάλη, που ο ίδιος άνθρωπος μπορεί μέσα σε μία μόνο ημέρα να αλλάξει τέσσερις ειδικότητες.
Το πρωί γίνεται καρδιοχειρουργός και αναλύει πώς έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Το μεσημέρι μετατρέπεται σε οικονομολόγο και εξηγεί πώς πρέπει να κινηθεί η οικονομία, τα επιτόκια, οι τράπεζες και το κράτος. Το απόγευμα γίνεται ειδικός στην ενέργεια και γνωρίζει ακριβώς πώς πρέπει να δουλεύουν οι γεννήτριες, τι πρέπει να κάνει η ΑΗΚ και πώς θα λυθεί το ενεργειακό και το βράδυ βάζει τις φόρμες του και αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία της ομάδας του.
Και όλα αυτά με την ίδια πάντοτε βεβαιότητα.
Άλλο η άποψη και άλλο η γνώση
Κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό πρόβλημα και επιτέλους στην Κύπρο πρέπει κάποτε να ξεχωρίσουμε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Άλλο η άποψη και άλλο η γνώση.
Το ότι έχεις άποψη είναι δικαίωμά σου. Το ότι μπορείς να την εκφράσεις είναι επίσης δικαίωμά σου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η άποψή σου είναι σωστή. Δεν σημαίνει ότι είναι τεκμηριωμένη. Και σίγουρα δεν μπορείς να απαιτάς να έχει την ίδια βαρύτητα με τη γνώση κάποιου που έχει αφιερώσει χρόνια σπουδών, εργασίας και εμπειρίας σε έναν συγκεκριμένο τομέα.
Τα προηγούμενα χρόνια, μια άποψη χωρίς γνώση μπορούσε να ακουστεί σε ένα τραπέζι, σε ένα καφενείο ή σε μια παρέα και να τελειώσει εκεί. Ήταν όπως μια σταγόνα που πέφτει και χάνεται.
Σήμερα όμως ζούμε κάτι διαφορετικό. Μία αυθαίρετη άποψη γίνεται δέκα. Οι δέκα γίνονται εκατό. Οι εκατό γίνονται χιλιάδες. Και στο τέλος όλες αυτές οι σταγόνες μαζεύονται και προκαλούν ένα χείμαρρο υποτιθέμενης βεβαιότητας, μέσα στον οποίο πολλές φορές πνίγονται τα γεγονότα, η γνώση και η κοινή λογική.
Το πιο επικίνδυνο, άλλωστε, δεν είναι να μη γνωρίζεις. Το πιο επικίνδυνο είναι να μη γνωρίζεις ότι δεν γνωρίζεις.
Οι πραγματικά καταρτισμένοι άνθρωποι συνήθως γνωρίζουν πολύ καλά τα όρια της γνώσης τους. Ο γιατρός δεν θα σου κάνει τον ηλεκτρολόγο. Ο οικονομολόγος δεν θα σου κάνει τον καρδιοχειρουργό. Ο μηχανικός δεν θα σου κάνει τον προπονητή.
Η διαφορά τους με όλους εμάς είναι απλή, ο καθένας από τους πιο πάνω γνωρίζει κάτι πολύ καλά. Ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τα πάντα. Η ημιμάθεια, αντίθετα, έχει ένα παράξενο χάρισμα. Γεννά βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση.
Για να το κλείσουμε, η κεντρική ιδέα είναι απλή. Οι Κύπριοι μπορούμε να πούμε τα πάντα, εκτός από δύο λέξεις. Το «Δεν ξέρω» δεν το γυρίζει η γλώσσα μας…




























