Ερευνητές αναφέρουν ότι η μείωση ενός μόνο αμινοξέος, της κυστεΐνης, λειτουργεί ως «βιολογικός διακόπτης» που μετατρέπει το λευκό λίπος (αποθήκευση ενέργειας) σε καφέ λίπος που καίει θερμίδες και παράγει θερμότητα, ενισχύοντας έτσι τον μεταβολισμό. Η μελέτη δείχνει πως η απομείωση της κυστεΐνης ενεργοποιεί θερμογένεση στον λιπώδη ιστό μέσω «browning», με δεδομένα από πειράματα σε ζώα αλλά και ευρήματα από ανθρώπινους ιστούς υπό ενεργειακό περιορισμό.
Τι βρήκαν:
Ο περιορισμός κυστεΐνης οδήγησε σε ταχεία απώλεια βάρους στα πειραματόζωα, με εκτεταμένη μετατροπή του λευκού σε καφέ/«μπεζ» λίπος και αύξηση της ενεργειακής δαπάνης.
Σε δείγματα ανθρώπινου λιπώδους ιστού από συμμετέχοντες σε δίαιτα περιορισμένων θερμίδων, καταγράφηκαν χαμηλότερα επίπεδα κυστεΐνης που συσχετίστηκαν με σημάδια αυξημένης καύσης.
Ο μηχανισμός φαίνεται να μεσολαβείται από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα: η έλλειψη κυστεΐνης αυξάνει τη νοραδρεναλίνη που «γυρνά» τον διακόπτη της θερμογένεσης στα λιποκύτταρα.
Τι σημαίνει πρακτικά:
Η στόχευση της οδού της κυστεΐνης αναδεικνύεται ως πιθανή στρατηγική κατά της παχυσαρκίας, ωστόσο δεν αποτελεί σύσταση για διατροφικό αποκλεισμό: η κυστεΐνη είναι κρίσιμη για την αντιοξειδωτική ισορροπία και τη βιολογία των κυττάρων.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι πρόκειται για πρώιμη έρευνα που χρειάζεται κλινικές δοκιμές πριν εξαχθούν συστάσεις για ανθρώπους.
Συμπέρασμα: Η κυστεΐνη λειτουργεί ως μεταβολικός «κόμβος» που, όταν μειώνεται, ενεργοποιεί την καύση λίπους και τη θερμογένεση. Το εύρημα ανοίγει προοπτικές για νέες θεραπείες απώλειας βάρους, αλλά η εφαρμογή του σε κλινικό επίπεδο απαιτεί περαιτέρω μελέτες ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.



























