Ο εγκέφαλος των ανθρώπων με διαταραχή χρήσης αλκοόλ φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη σημασία στα ερεθίσματα που θυμίζουν το ποτό.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Progress in Neuro-Psychopharmacology & Biological Psychiatry, εξέτασε έναν λιγότερο εμφανή μηχανισμό της εξάρτησης: όχι απλώς το αν κάποιος θέλει να πιει, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλός του αξιολογεί αυτόματα τα ερεθίσματα που σχετίζονται με το αλκοόλ.
Οι ερευνητές μελέτησαν 79 άνδρες, από τους οποίους 47 είχαν διαγνωστεί με διαταραχή χρήσης αλκοόλ, ενώ οι 32 που δεν είχαν αντίστοιχο πρόβλημα αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Οι διαγνωσμένοι στο παρελθόν με διαταραχή χρήσης αλκοόλ είχαν παραμείνει χωρίς αλκοόλ για διάστημα από δύο εβδομάδες έως έξι μήνες. Αυτό έχει σημασία, καθώς τα ευρήματα δεν αφορούν απλώς ανθρώπους που είχαν καταναλώσει αλκοόλ λίγο πριν από τη δοκιμασία. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτελέσουν μια δοκιμασία που εξετάζει τις συναισθηματικές συνδέσεις που δημιουργούνται αυτόματα όταν βλέπουμε διαφορετικά ερεθίσματα. Παράλληλα, καταγράφηκε η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου τους μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος.
Όταν το αλκοόλ αποκτά ιδιαίτερη «σημασία»
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα ήταν ότι τα άτομα με διαταραχή χρήσης αλκοόλ έδειχναν ισχυρότερη θετική συναισθηματική σύνδεση με τα ερεθίσματα που σχετίζονταν με το αλκοόλ. Με απλά λόγια, όταν έρχονταν αντιμέτωποι με εικόνες ή πληροφορίες που παρέπεμπαν στο ποτό, ο εγκέφαλός τους φαινόταν να τις αντιμετωπίζει ως ιδιαίτερα σημαντικές. Η αντίδραση αυτή δεν χρειάζεται να είναι συνειδητή. Μπορεί να συμβαίνει αυτόματα, πριν το άτομο προλάβει να σκεφτεί συνειδητά αν θέλει ή δεν θέλει να πιει.
Αυτό είναι σημαντικό για την κατανόηση της εξάρτησης. Ένα άτομο μπορεί να έχει αποφασίσει να μην πιει, αλλά ένα μπαρ, ένα μπουκάλι, μια διαφήμιση ή ακόμη και μια κατάσταση που έχει συνδεθεί στο παρελθόν με το ποτό μπορεί να ενεργοποιήσει αυτόματες αντιδράσεις. Η μελέτη δείχνει ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι απλώς θέμα «θέλησης». Συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και αξιολογεί τα σχετικά ερεθίσματα.
Πιο γρήγορη αυτόματη αντίδραση, αλλά δυσκολία στην αποδέσμευση
Για να εξετάσουν τι ακριβώς συμβαίνει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μαθηματικό μοντέλο που ονομάζεται Hierarchical Drift-Diffusion Model. Χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στις τεχνικές λεπτομέρειες, το μοντέλο επιτρέπει στους επιστήμονες να ξεχωρίσουν διαφορετικά στάδια μιας απόφασης. Ένα από αυτά είναι το πόσα στοιχεία χρειάζεται ο εγκέφαλος πριν «κλειδώσει» σε μια επιλογή. Στους συμμετέχοντες με διαταραχή χρήσης αλκοόλ το όριο αυτό ήταν χαμηλότερο όταν επεξεργάζονταν θετικά ερεθίσματα που συνδέονταν με το αλκοόλ. Αυτό υποδηλώνει ότι η απόφαση μπορούσε να διαμορφωθεί πιο αυτόματα, με λιγότερη ανάγκη για επιπλέον επεξεργασία. Το εύρημα ταιριάζει με την εικόνα μιας συμπεριφοράς που έχει γίνει περισσότερο αυτόματη και λιγότερο ελεγχόμενη.
Ταυτόχρονα, όμως, οι ίδιοι άνθρωποι παρουσίασαν πιο αργή πορεία προς την τελική απόφαση και χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για διαδικασίες που δεν σχετίζονται άμεσα με την ίδια την απόφαση. Οι ερευνητές ερμηνεύουν αυτό το μοτίβο ως ένδειξη ότι, αφού το ερέθισμα του αλκοόλ τραβήξει την προσοχή, είναι δυσκολότερο για τον εγκέφαλο να αποδεσμευτεί από αυτό. Έτσι προκύπτει ένα φαινομενικά παράδοξο αποτέλεσμα: το αλκοόλ μπορεί να αποκτά γρήγορα και αυτόματα ιδιαίτερη σημασία, αλλά στη συνέχεια η απομάκρυνση της προσοχής από αυτό να απαιτεί περισσότερο χρόνο.
Τι αποκάλυψε η εγκεφαλική δραστηριότητα
Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα έδωσε μια ακόμη εικόνα για το τι συμβαίνει. Οι ερευνητές εξέτασαν συγκεκριμένα μοτίβα της εγκεφαλικής δραστηριότητας που εμφανίζονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές μετά την παρουσίαση ενός συναισθηματικού ερεθίσματος.
Ένα από αυτά, το EPN, συνδέεται με τα πρώτα στάδια της συναισθηματικής επεξεργασίας και της προσοχής. Στα άτομα με διαταραχή χρήσης αλκοόλ η συγκεκριμένη εγκεφαλική αντίδραση ήταν εντονότερη όταν έβλεπαν ερεθίσματα που σχετίζονταν με το αλκοόλ.
Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλός τους φαινόταν να «πιάνει» νωρίτερα και πιο έντονα το σχετικό ερέθισμα.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης μια μεταγενέστερη εγκεφαλική αντίδραση, γνωστή ως LPP, η οποία συνδέεται με τη διατήρηση της προσοχής και την προσπάθεια του εγκεφάλου να επεξεργαστεί και να ρυθμίσει σημαντικά ερεθίσματα. Η ανάλυση έδειξε ότι η δραστηριότητα αυτή συνδεόταν με τον επιπλέον χρόνο που χρειάζονταν τα άτομα με διαταραχή χρήσης αλκοόλ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το εύρημα ότι η συγκεκριμένη εγκεφαλική δραστηριότητα φαίνεται να λειτουργεί εν μέρει αντισταθμιστικά. Δηλαδή, παρότι υπήρχαν δυσκολίες στη συμπεριφορά και στη διαχείριση της προσοχής, ο εγκέφαλος ενεργοποιούσε σε μεταγενέστερο στάδιο μηχανισμούς που μπορεί να βοηθούν στην αντιμετώπιση αυτών των δυσκολιών.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν μια αλληλουχία: αρχικά, τα ερεθίσματα που σχετίζονται με το αλκοόλ αποκτούν πολύ γρήγορα συναισθηματική σημασία και τραβούν την προσοχή. Στη συνέχεια, όμως, το άτομο δυσκολεύεται περισσότερο να απομακρύνει την προσοχή του από αυτά και να επαναφέρει τον έλεγχο.
Γιατί έχει σημασία η μελέτη
Η εξάρτηση από το αλκοόλ δεν αφορά μόνο τη συνειδητή απόφαση να πιει κάποιος. Προηγούμενες εμπειρίες μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρές αυτόματες συνδέσεις ανάμεσα στο αλκοόλ και σε θετικά συναισθήματα, καταστάσεις ή ανταμοιβές. Όταν αυτές οι συνδέσεις ενεργοποιούνται, μπορεί να κάνουν δυσκολότερη την προσπάθεια αποχής.
Το εύρημα μπορεί να είναι χρήσιμο και για την αντιμετώπιση της διαταραχής. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η καλύτερη κατανόηση αυτών των αυτόματων συναισθηματικών συνδέσεων θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάπτυξη παρεμβάσεων που στοχεύουν όχι μόνο στην κατανάλωση αλκοόλ, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος αντιδρά στα ερεθίσματα που την υπενθυμίζουν.

























