Ο Σωτήρης Τσαφούλιας φέρνει τους ήρωες στα όριά τους χωρίς άλλοθι. Κι όμως, καταφέρνει να τους κάνει συμπαθείς. Η Αθήνα του ’90 δεν είναι μόνο σκηνικό, είναι παρατηρητής, κριτής, πίεση και καταφύγιο μαζί. Και μέσα σ’ αυτόν τον καμβά, η Ευαγγελία Μουμούρη παραδίδει ρεσιτάλ: Η μάνα που χάνει το παιδί της συγκλονίζει χωρίς λόγια, με μια σιωπή που λέει τα πάντα. Το κοινό δεν μένει αμέτοχο, αποθεώνει τον σκηνοθέτη και την πρωταγωνίστρια για μια σειρά που ισορροπεί δράμα, χιούμορ και ανθρώπινη αλήθεια με τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί.
Το «Ριφιφί» δεν είναι απλώς μια σειρά, είναι η απόδειξη ότι η τηλεόραση μπορεί να συγκινεί, να τολμά και να δείχνει τον άνθρωπο όπως είναι, χάρη σε χαρακτήρες μοναδικούς, ηθοποιούς-γίγαντες και έναν Σωτήρη Τσαφούλια τρομερά ευφυή που δεν μας απογοητεύει ποτέ.
Το «Ριφιφί» δεν μοιάζει με σειρά που γεννήθηκε από περιέργεια, αλλά από ανάγκη. Τι δεν σας άφηνε ήσυχο όσο την ετοιμάζατε;
Δεν με άφηνε ήσυχο η ιδέα ότι έχουμε μάθει να θαυμάζουμε μόνο τα αποτελέσματα και να αγνοούμε τις συνθήκες. Το «Ριφιφί» δεν είναι μια ιστορία για ένα κόλπο που πέτυχε, είναι μια ιστορία για ανθρώπους που στριμώχθηκαν τόσο, ώστε το αδιανόητο έγινε μονόδρομος. Αυτή η πίεση, κοινωνική, προσωπική και ηθική, ήταν που δεν με άφηνε ήσυχο όσο το ετοιμάζαμε. Γιατί όσο υπάρχουν τέτοιες συνθήκες, τέτοιες ιστορίες δεν είναι παρελθόν.
Αφηγείστε μια ληστεία που πέρασε στη συλλογική μνήμη σχεδόν σαν κατόρθωμα. Σας φόβισε ποτέ η ιδέα ότι η αφήγηση μπορεί να εξωραΐσει κάτι βαθιά βίαιο;
Οχι γιατί δεν είναι αυτό το κίνητρό μου. Ο εξωραϊσμός είναι πάντα ο εύκολος δρόμος. Αλλά πιο πολύ θα με φόβιζε το αντίθετο. Να αφηγηθώ δηλαδή τη βία χωρίς να δείξω τι είναι αυτό που τη γεννά. Δεν με ενδιέφερε να κάνω τη ληστεία «κατόρθωμα» ούτε τους ανθρώπους ήρωες. Με ενδιέφερε να φανεί καθαρά το κόστος – όχι μόνο το πρακτικό, αλλά το ηθικό και το ανθρώπινο. Αν κάποιος δει μόνο τη μαγκιά και όχι το τραύμα, τότε κάτι δεν θα έχω κάνει καλά.
Στους χαρακτήρες σας δεν χαρίζετε άλλοθι, αλλά ούτε τους παραδίδετε στην τιμωρία. Πιστεύετε ότι σήμερα αντέχουμε ακόμη ιστορίες χωρίς ξεκάθαρο «σωστό» και «λάθος»;
Δεν ξέρω αν τις αντέχουμε εύκολα, αλλά τις χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Ζούμε σε μια εποχή που διψά για ταμπέλες, γιατί οι ταμπέλες μάς γλιτώνουν από το να σκεφτούμε. Εμένα με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι πριν γίνουν σύμβολα, πριν μπουν στο κουτάκι του σωστού ή του λάθους. Η ζωή δεν λειτουργεί με απόλυτα, λειτουργεί με επιλογές και συνέπειες. Αν μια ιστορία δεν σε αναγκάζει να αμφιβάλλεις λίγο, τότε μάλλον σου χαϊδεύει τις βεβαιότητες, αντί να τις δοκιμάζει.
Η Αθήνα τότε ήταν μια πόλη που μεγάλωνε γρήγορα και άγαρμπα, χωρίς να προλάβει να φροντίσει τους ανθρώπους της. Αυτό που λέει για εκείνους είναι ότι έμαθαν να επιβιώνουν μέσα σε στενά, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Για εμάς σήμερα, λέει κάτι πιο άβολο. Οτι αλλάξαμε βιτρίνα, αλλά όχι λογική. Η πίεση απλώς μετακινήθηκε. Η πόλη συνεχίζει να σε σπρώχνει να προσαρμοστείς, όχι να αναπνεύσεις. Και όταν μια πόλη δεν αφήνει χώρο, οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπους -όχι πάντα όμορφους- να τον πάρουν.
Κατά την έρευνα για την πραγματική υπόθεση, υπήρξε σημείο που αναγκαστήκατε να σταματήσετε και να πάρετε απόσταση;Οχι επειδή δεν μπορούσατε τεχνικά, αλλά επειδή πονούσε;
Οχι, δεν σταμάτησα πουθενά… Οχι από σκληρότητα, αλλά από ευθύνη. Αν αρχίσεις να αποφεύγεις τον πόνο επειδή σε δυσκολεύει, τότε λες ψέματα στην ιστορία. Ο πόνος της μάνας, της απώλειας και της ματαίωσης, είναι κομμάτι της πραγματικότητας και έπρεπε να ειπωθεί χωρίς ωραιοποίηση και χωρίς εκμετάλλευση. Δεν τον πλησίασα για να τον χρησιμοποιήσω, αλλά για να τον σεβαστώ. Και ο σεβασμός, καμιά φορά, δεν είναι η απόσταση, αλλά να κοιτάς κατάματα.
Το «Ριφιφί» μιλά για ανθρώπους που έφτασαν στο έγκλημα αφού πρώτα έφτασαν στα όριά τους. Σας ενδιαφέρει περισσότερο το έγκλημα ή το όριο;
Το όριο. Πάντα το όριο. Το έγκλημα είναι το σύμπτωμα, όχι η ουσία. Με ενδιαφέρει η στιγμή λίγο πριν, εκεί όπου ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι οτιδήποτε ήξερε μέχρι τότε δεν του αρκεί πια. Εκεί δεν υπάρχουν μεγάλα λόγια, υπάρχουν μικρές, σκληρές αποφάσεις. Αν καταλάβεις το όριο, το έγκλημα παύει να σου φαίνεται μυστήριο. Γίνεται συνέπεια. Και αυτό είναι πιο τρομακτικό από οποιαδήποτε πράξη.
Ζούμε σε μια εποχή που όλα κρίνονται γρήγορα, δημόσια και αμετάκλητα. Η σειρά σας μοιάζει να πηγαίνει κόντρα σε αυτό. Είναι στάση ζωής ή ρίσκο που παίρνετε συνειδητά;
Είναι στάση ζωής και κάθε στάση ζωής εμπεριέχει ρίσκο. Δεν πιστεύω στις γρήγορες ετυμηγορίες ούτε στη δικαιοσύνη των εντυπώσεων. Η σειρά δεν προσπαθεί να πείσει. Προσπαθεί να αφήσει χώρο. Χώρο για σκέψη, για αμφιβολία, για δεύτερη ματιά. Αν αυτό σήμερα θεωρείται ρίσκο, τότε μάλλον έχουμε μεγαλύτερο πρόβλημα από το αν μια σειρά θα παρεξηγηθεί.
Ποια σκηνή του «Ριφιφί» θα θέλατε να μη χρειάζεται εξήγηση στον θεατή, αλλά ξέρετε ότι θα χρειαστεί;
Ισως η σκηνή στην οποία αναφέρεται ότι το «Σ’ αγαπώ» είναι η πιο ύπουλη ερώτηση γιατί λέγεται με τελεία.
Αν το «Ριφιφί» δεν ήταν σειρά αλλά ερώτημα προς την κοινωνία, ποιο θα ήταν αυτό;
Το ερώτημα θα ήταν απλό και άβολο: «Πόσο απέχει ο νομοταγής άνθρωπος από το όριό του;». Αν η απάντηση δεν μας αρέσει, τότε ίσως θα πρέπει να κοιτάξουμε λιγότερο την πράξη και περισσότερο τις συνθήκες που τη γεννούν;
Οι χαρακτήρες του «Ριφιφί»

» Ευαγγελία Μουμούρη (Ολγα): Η «καρδιά» της σειράς. Μια γυναίκα που κουβαλά την απόλυτη απώλεια και μετατρέπει τον πόνο σε σιωπηλή δύναμη. Η Μουμούρη παραδίδει μια ερμηνεία καθηλωτική, χωρίς κραυγές, χωρίς εύκολα δάκρυα. Μια μάνα που στέκεται όρθια όταν όλα έχουν χαθεί, που παλεύει να πενθήσει μέσα από έναν αληθινό ρόλο που το κοινό ήδη συγκαταλέγει στις πιο σπαρακτικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής τηλεόρασης.

» Χρήστος Χατζηπαναγιώτης (Μανώλης): Είναι ο άνθρωπος της ευθύνης και της εμπειρίας. Σταθερός, μετρημένος, με βλέμμα που κουβαλά βάρος και γνώση. Ο Χατζηπαναγιώτης δίνει στον χαρακτήρα του σοβαρότητα και ανθρώπινη πυκνότητα, ισορροπώντας ανάμεσα στη λογική και τη συναισθηματική εμπλοκή. Κάθε του σκηνή προσθέτει ένταση χωρίς υπερβολές.

» Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Νίκος): Ενας απλός μπογιατζής, ένας καθημερινός άνθρωπος που δεν ανήκει στους «σκληρούς». Ο Χαραλαμπόπουλος απομακρύνεται από κάθε γνώριμη ευκολία και «χτίζει» έναν χαρακτήρα εύθραυστο, πολύ θλιμμένο, σχεδόν διάφανο. Με τρυφερότητα και αλήθεια, κάνει τον θεατή να νοιάζεται, να συμπονά και να αναγνωρίζει τη σιωπηλή δύναμη της ανθρώπινης αδυναμίας.

» Πάνος Βλάχος (Βάκης): Απρόβλεπτος, δουλευταράς, ατρόμητος, με χιούμορ που δεν λειτουργεί ως εκτόνωση αλλά ως μηχανισμός άμυνας. Ο Βλάχος διανύει τη μεγαλύτερη ψυχολογική διαδρομή στη σειρά, μεταμορφώνοντας τον χαρακτήρα του σταδιακά. Το χιούμορ του είναι βαθιά αληθινό και αποκαλύπτει έναν άνθρωπο με αθωότητα, που προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο που ασφυκτιά.

» Προμηθέας Αλειφερόπουλος (Μιχάλης): Εσωστρεφής, πληγωμένος, γεμάτος εσωτερικές αντιφάσεις. Η ερμηνεία του Αλειφερόπουλου λειτουργεί υπόγεια, χωρίς κραυγές, «χτίζοντας» μια ένταση που μεγαλώνει αθόρυβα. Είναι από εκείνους τους χαρακτήρες που κερδίζουν βάθος όσο προχωρά η αφήγηση και αφήνουν συγκίνηση χωρίς να το επιδιώκουν.

» Βλαδίμηρος Κυριακίδης (Αντώνης): Ενας ρόλος «χτισμένος» πάνω στη σιωπηλή ευθύνη. Ο Κυριακίδης ισορροπεί ανάμεσα στην απίστευτη καλοσύνη, στο μαύρο χιούμορ και τη βαθιά ανάγκη για φροντίδα. Με βλέμματα και πράξεις, αποφεύγοντας κάθε εύκολο συναισθηματισμό, αποδίδει έναν χαρακτήρα ώριμο, πολύπλευρο και βαθιά ανθρώπινο.

» Δήμος Γιγαντάκης (Αργύρης): Ενας από τους πιο συγκινητικούς χαρακτήρες της σειράς. Ο Γιγαντάκης ισορροπεί με μοναδικό τρόπο ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση. Ο ήρωάς του, σημαδεμένος από τον κοινωνικό αποκλεισμό, δεν επιλέγει την πικρία αλλά τη φιλοσοφική αποδοχή. Το χιούμορ του γίνεται πράξη αντίστασης και η ανάγκη για αγάπη και αποδοχή αποτυπώνεται βαθιά και ουσιαστικά.
» Συμμετέχουν επίσης: Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Αρης Λεμπεσόπουλος, Κώστας Φιλίππογλου, Κατερίνα Μάντζιου, Δημήτρης Γεροδήμος, Αννα Μενενάκου, Γιώργος Χατζής, Ελη Δρίβα, Δημήτρης Μάριζας, Γεωργία Συφιανού, Γιώργος Κανέλλης, Φρύνη Θετάκη, Φώτης Θωμαΐδης, όλοι τους προσθέτουν βάθος, υφή και συγκίνηση, ενισχύοντας την αίσθηση ενός ζωντανού, αναγνωρίσιμου κόσμου.
























