Πριν από 51 χρόνια η Ελλάδα έζησε την τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη.
Τα Χριστούγεννα του 1971, ο Βασίλης Λυμπέρης περνούσε μόνος, βυθισμένος στο αλκοόλ και σε διαμάχες με τη σύζυγό του, Βασιλική. Κατηγορούσε την πεθερά του, Αντιγόνη Μάρκου, για την οικογενειακή του διάλυση. Λίγο καιρό αργότερα, μαζί με δύο συνεργούς, τον Παύλο Αγγελόπουλο και τον Θεόδωρο Καπρέτσο, σχεδίασε να τη σκοτώσει.
Έτσι λοιπόν, στις 4 Ιανουαρίου 1972, οι τρεις άνδρες έφτασαν στο σπίτι της οικογένειας στο Χαλάνδρι. Ο Λυμπέρης έβαλε φωτιά στο δωμάτιο της πεθεράς του, ενώ στη συνέχεια έριξε στις φλόγες και τη σύζυγό του. Τα δύο ανήλικα παιδιά τους βρήκαν φρικτό θάνατο. Ο ίδιος, φεύγοντας, κλείδωσε την εξώπορτα.
Η Βασιλική μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο, όπου λίγο πριν ξεψυχήσει κατηγόρησε τον άντρα της: «Αυτός μας έκαψε. Ο κακούργος έκαψε και τα παιδιά μας».
Η εκτέλεση της 25ης Αυγούστου 1972
Η δίκη έγινε τον Μάιο του 1972. Ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος καταδικάστηκαν σε τετράκις εις θάνατον, ο Καπρέτσος σε ισόβια και ο Σταμάτης σε τρία χρόνια φυλάκιση για υπόθαλψη.
Τα ξημερώματα της 25ης Αυγούστου, ο Λυμπέρης οδηγήθηκε στο πεδίο βολής της ΣΕΑΠ στο Ηράκλειο. Παρά την αρχική του κατάρρευση, ζήτησε να του δέσουν τα μάτια. Στις 5:15 το πρωί, εκτελέστηκε από στρατιωτικό απόσπασμα. Η χαριστική βολή δόθηκε μέσα σε σκηνικό έντασης και τρόμου.
Η εκτέλεση του Λυμπέρη ήταν η τελευταία που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, όλες οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Ο συνεργός του, Αγγελόπουλος, απέφυγε το απόσπασμα λόγω ηλικίας και αποφυλακίστηκε τη δεκαετία του ’90.























